Άντζελα Ιβόν Ντέιβις



Η Άντζελα Ιβόν Ντέιβις είναι Αμερικανίδα ακτιβίστρια για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων, των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙΑ+ δικαιωμάτων και ακαδημαϊκός με πλούσιο και σημαντικό ερευνητικό έργο.


Γεννημένη στις 26 Ιανουαρίου 1944 στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, βίωσε ήδη από μικρή ηλικία τη φυλετική διάκριση. Ειδικότερα, η γειτονιά της είχε ονομαστεί με το υποκοριστικό Νταίναμαιτ Χιλ (λόφος δυναμίτης) αφού συγκέντρωνε ένα γενναίο αριθμό σπιτιών που αποτελούσαν στόχο της ακροδεξιάς οργάνωσης Κου Κλουξ Κλαν. Ως έφηβη, πάλι, δημιούργησε διαφυλετικές ομάδες μελέτης που ωστόσο διαλύθηκαν γρήγορα από τις αρχές ενώ γνώριζε τα θύματα βομβιστικής επίθεσης σε τοπική εκκλησία στην οποία πήγαιναν κατά κύριο λόγο Αφρικανο-Αμερικανοί πολίτες και ηγετικές μορφές του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων. Έγινε, έτσι, από τα νεανικά της χρόνια και ειδικότερα το 1960 μέλος της επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης των Μαύρων Πανθήρων καθώς και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων της εποχής.


Έχοντας σπουδάσει φιλοσοφία με το γνωστό μαρξιστή φιλόσοφο Χέρμπερτ Μαρκούζ και πραγματοποιώντας το διδακτορικό της στη Γερμανία (Πανεπιστήμιο Χούμπολτ) δεν προέβλεψε πως οι πολιτικές της απόψεις θα στέκονταν εμπόδιο στο διδακτικό της έργο. Όταν επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια για να διδάξει, απολύθηκε. Ωστόσο, μετά από νομικούς αγώνες, κατάφερε να επαναπροσληφθεί για να απολυθεί ξανά το 1970, αυτή τη φορά, με την πρόφαση της χρήσης προκλητικής γλώσσας. Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, μάλιστα, δήλωσε πως δεν πρόκειται να διδάξει ποτέ ξανά στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια.

Σημαντική στιγμή στη ζωή της, υπήρξε η ποινική της δίωξη με τις κατηγορίες της υπόθαλψης της απαγωγής, του φόνου και της απόδρασης του φυλακισμένου μαύρου ριζοσπαστικού Τζόρτζ Τζάκσον. Πιο συγκεκριμένα, υπήρξε υποστηρίκτρια των αδελφών Σολεδάδ, τριών τρόφιμων που κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία φρουρού της φυλακής ως αντίποινα για τον τραγικό θάνατο Αφρικανών-Αμερικανών συγκρατούμενών τους από άλλο φύλακα.


Κατά τη δίκη ενός εκ των αδελφών, του Τζάκσον, ο αδερφός Τζόναθαν εισέβαλλε στην αίθουσα του δικαστηρίου κρατώντας όμηρους και απαιτώντας την ανταλλαγή τους με τον Τζάκσον. Η προσπάθεια απόδρασής τους, κατέληξε τελικά σε διαμάχη μεταξύ των αρχών και των κρατουμένων οδηγώντας στο θάνατο του Ανώτατου Δικαστή Χάρολντ Χάλει και δύο τρόφιμων όπως και στον τραυματισμό τρίτων μέσα στην αίθουσα.


Οι κατηγορίες στο πρόσωπο της Ντέιβις βασίστηκαν στο ότι το όπλο της εμπλοκής ήταν στο όνομα της αλλά και στο φημολογούμενο μα αβάσιμο έρωτα της Ντέιβις με τον Τζάκσον.

Η ίδια, αναγκάστηκε να κρυφτεί, ενώ μπήκε στη λίστα των καταζητούμενων του FBI μέχρι τελικά να συλληφθεί και να καταδικαστεί σε 18μηνη φυλάκιση. Η καταδίκη της, ωστόσο, πυροδότησε κύμα αντιδράσεων. Σύντομα, οργανώθηκε η καμπάνια, «Ελευθερώστε την Άντζελα Ντέιβις» και σχηματίστηκε μία νομική ομάδα υποστήριξης της υπόθεσής της.


Ο χώρος της τέχνης απάντησε, με τη σειρά του, μέσα από στίχους και μελωδίες. Ο Τζον Λένον και η Γιόκο Όνο έγραψαν το τραγούδι «Άντζελα» και οι Ρόλινγκ Στόουνς το «Γλυκός Μαύρος Άγγελος».


Θα αθωωθεί, τελικά, το 1972. Με το ενδιαφέρον της, πια, για τα δικαιώματα των φυλακισμένων, θα ιδρύσει την «Κριτική Αντίσταση», οργανισμό που αντιμαχόταν το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.


Το 1974, δημοσιεύει την αυτοβιογραφία της. Μετά από χρόνια προσωπικού αγώνα μα και άρνησης της πολυπόθητης ακαδημαϊκής θέσης, γίνεται το 1991 καθηγήτρια στον τομέα ιστορικής συνείδησης στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια.


Το 1997 κάνει coming out ως λεσβία κατά τη διάρκεια συνέντευξής της στο περιοδικό Out μαχόμενη έκτοτε τόσο για τη μαύρη κοινότητα και τις γυναίκες όσο και για τις πιέσεις που δεχόταν η ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα.


Το 2006, τιμήθηκε με το βραβείο Τόμας Μέρτον ως αναγνώριση της πάλης της για δικαιοσύνη ενώ το 2014 έλαβε τιμητικό διδακτορικό δίπλωμα από το πανεπιστήμιο Ναντέρ του Παρισιού.

Μεταξύ άλλων, κυκλοφόρησε τα βιβλία Γυναίκες, Φυλή και Τάξη (1981), Γυναίκες, Κουλτούρα και Πολιτική (1989), Η κληρονομιά των Μπλουζ και ο Μαύρος Φεμινισμός: Γερτρούρδη Μα Ρέινι, Μπέσι Σμιθ, και Μπίλι Χόλιντει (1998), Είναι οι Φυλακές Παρελθόν; (2003).


Στο έργο της, διασταυρώνονται το φύλο, η φυλή και η κοινωνική τάξη των μαύρων γυναικών στην Αμερική. Ειδικότερα, στο βιβλίο της «Γυναίκες, Φυλή και Τάξη,» μιλά για το ρατσισμό και την ταξικότητα του πρώτου κύματος φεμινισμού και του κινήματος προάσπισης των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων. Συζητά τη βία κατά των γυναικών αποδίδοντας τις αποτυχίες του κοινωνικού κινήματος στην απομόνωση και την έλλειψη ποικιλομορφίας κάτι που ενισχύει την αδυναμία αμφισβήτησης της καταπίεσης και της βίας στο σύνολό τους. Στο κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς και σε άλλα κινήματα, η αδυναμία συζήτησης των ζητημάτων που απασχολούσαν τις μαύρες γυναίκες, οδήγησε στη διαιώνιση της εργασίας τους ως δούλες του λευκών.


Σε άλλες δημοσιεύσεις της, μιλά για τη δουλεία και το πώς η σεξουαλική κακοποίηση και ο βιασμός από λευκούς ιδιοκτήτες φυτειών ενίσχυσε την κυριαρχία του συστήματος της δουλείας μετατρέποντας τις γυναίκες σε εμπορεύσιμα εργατικά αντικείμενα ικανά μονάχα για (ανα)παραγωγή. Άλλοτε πάλι, μιλά για οικονομική και κοινωνική βία, υπογραμμίζοντας τον αποκλεισμό των γυναικών από την ανώτατη εκπαίδευση, τη σημασία της εκπαίδευσης ως μέσο ελευθερίας, τη σπουδαιότητα της σύμπραξης Αφρικανών-Αμερικανών γυναικών και λευκών γυναικών αλλά και την ανάγκη του να χτίσουν οι γυναίκες μια ενωμένη, πολυφυλετική, αντιμονοπωλιακή κινηματική δράση για τη στήριξη των καταπιεσμένων γυναικών ανά τον κόσμο. Άλλωστε, όπως η ίδια υποστήριζε και υποστηρίζει «Η Ελευθερία πρέπει να είναι Καθολική».





Πηγές | Britannica, History.com, CCCB.org, Archives.org, PBS.org, Wikigender, Wikipedia, Nmaahc.si.edu, theHistoryMakers.org, Columbia.edu


Οπτικό Υλικό | Getty Images

4 προβολές0 σχόλια
 
This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now