Ελίζαμπεθ Τζέιν Κόχραν

Ενημερώθηκε: Αυγ 27


αφήγηση: Άντα Τρουλλάκη


Η Ελίζαμπεθ Τζέιν Κόχραν, περισσότερο γνωστή ως Νέλι Μπλάι, γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1864 στην Πενσυλβάνια. Η πόλη της (Κόχραν Μίλς) ιδρύθηκε από τον πατέρα της, Μάικλ Κόχραν, αγρότη που γρήγορα εξελίχθηκε σε επιχειρηματία ενώ αργότερα ανέλαβε και το ρόλο του δικαστή επιτρέποντάς της να διάγει μία άνετη παιδική ζωή. Πεθαίνοντας, όμως, όταν εκείνη ήταν 6, η Ελίζαμπεθ και τα 14 αδέρφια της έμειναν ορφανά κάτι που άλλαξε ριζικά τον τρόπο ζωής της. Αν και η μητέρα της ξαναπαντρεύτηκε, έχοντας βιώσει την κακοποίηση από τον δεύτερο σύζυγό της, χώρισε. Στα 15 της η Μπλάι εγκατέλειψε την εκπαίδευσή της λόγω της έλλειψης οικονομικών πόρων στην οικογένεια για να λειτουργήσει το δικό της οικοτροφείο με τη μητέρα της για 5 χρόνια. Ωστόσο, η υπέρμετρη φιλοδοξία της να πετύχει παρά τις όποιες δυσκολίες της ζωής και η μετέπειτα αφοσίωση της στο πάθος της, το επάγγελμα της δημοσιογράφου, την έκαναν ένα λαμπρό παράδειγμα και σημείο αναφοράς για τις επόμενες γενιές γυναικών.


Ως Νέλι Μπλάι συστήθηκε για πρώτη φορά το 1885 όταν ξεκίνησε την καριέρα της ως δημοσιογράφος στην Pittsburgh Dispatch. Ειδικότερα, το 1885 η εφημερίδα Pittsburgh Dispatch δημοσίευσε ένα δυσφημιστικό άρθρο ως κριτική στην κατάσταση ενός πατέρα 5 ανύπαντρων κοριτσιών όπου η αρθρογράφος Εράσμους Γουίλσον με το άρθρο της «Σε τι είναι καλές οι γυναίκες» επισήμανε την πατρική αμέλειά του να προετοιμάσει τις κόρες του για το ρόλο τους ως μητέρες και συζύγους κάτι που αποτελούσε κατάλοιπό της Βικτωριανής ιδεολογίας. Μεταξύ άλλων, το άρθρο υποστήριξε σθεναρά πως η θέση των γυναικών ήταν στο σπίτι «ως βοηθοί του άνδρα» ενώ η εργαζόμενη γυναίκα αποτελούσε κτηνωδία.


Πυροδοτημένη από τις απόψεις της Γουίλσον, η 21χρονη Μπλάι έστειλε μία οργισμένη επιστολή στον συντάκτη της εφημερίδας με το ψευδώνυμο «μοναχικό ορφανό κορίτσι». Ενθουσιασμένος από το λόγο της τής πρότεινε να το συντάξει σε άρθρο ενώ έπειτα την προσέλαβε και επίσημα ως αρθρογράφο. Ήδη από την αρχή της καριέρας της, το πρόσωπο της συνδέθηκε με την αναταραχή. Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο δημοσιευμένο άρθρο της, “Το Κορίτσι Παζλ”, λειτούργησε ως αιτία χαρακτηρισμού της ως επικίνδυνης γυναίκας. Δίχως δεύτερη σκέψη, ήταν αποφασισμένη να διευρύνει το χώρο δράσης, ανάπτυξης και συμμετοχής των γυναικών στο δημόσιο βίο. Στο άρθρο της, υποστήριξε πως στις γυναίκες θα πρέπει να προσφέρονται οι ίδιοι ρόλοι και αμοιβές όπως στους άνδρες ενώ έκανε λόγο και για την ανάγκη επαγγελματικής ανέλιξης για εκείνες.


Τα πρώτα της άρθρα αφορούσαν μεταξύ άλλων τις ανασφαλείς συνθήκες εργασίας των γυναικών σε εργοστάσια του Πίτσμπουργκ και την πολύωρη εργασία τους κάτι που γρήγορα δημιούργησε αντιδράσεις εναντίον της από τους τοπικούς εργοστασιάρχες. Μίλησε ακόμη για τη ζωή στις φτωχογειτονιές και άλλα παρόμοια θέματα που τελικά την εδραίωσαν ως μία πρωτοπόρα ρεπόρτερ που, ωστόσο, αντιμετωπιζόταν με καχυποψία. Ας μην ξεχνάμε πως μιλάμε για την εποχή που η συνεισφορά της γυναίκας στον τύπο μετριόταν σε μερικές σελίδες σε ειδική στήλη.


Κατά το διάστημα 1886–87 ταξίδεψε για μήνες στο Μεξικό ως ανταποκρίτρια, στέλνοντας αναφορές για την κρατική διαφορά και τη φτώχεια της χώρας κάτι που οδήγησε τις Μεξικανικές αρχές στο να την απελάσουν. Οι αναφορές της συγκεντρώθηκαν στον αργότερα εκδομένο τόμο «6 μήνες στο Μεξικό» (1888).


Το 1887, ελπίζοντας πως η κολοσσιαία βιομηχανία του τύπου στη Νέα Υόρκη θα ήταν περισσότερο ανοιχτόμυαλη εγκατέλειψε το Πίτσμπουργκ ρισκάροντας να βρει μία θέση ως δημοσιογράφος στη Μέκκα του εμπορίου. Αν και έλαβε αρκετές απορρίψεις εργασίας γιατί ήταν γυναίκα, της δόθηκε η ευκαιρία να γράψει για τον Γιόζεφ Πούλιτζερ στην εφημερίδα New York World.


Μία από τις πρώτες αναθέσεις της, υπήρξε και η έρευνα για τη διαβίωση στα μεγάλα ψυχιατρικά νοσοκομεία της Νέας Υόρκης και ειδικότερα το ψυχιατρείο στο Μπλάκγουελ Άιλαντ (γνωστό σήμερα ως νήσο Ρούζβελτ).


Προκειμένου να μπει στο ψυχιατρείο υποδύθηκε μια ψυχικά ασθενή Κουβανή προσφύγισσα με το όνομα Νέλυ Μπράουν η οποία περιπλανιόταν στο σπίτι της παραληρώντας και φωνάζοντας. Αφού συνελήφθη από τις αρχές, οδηγήθηκε στην ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου Bellevue, όπου έγινε η αρχική διάγνωσή της ως παράφρων, και κατόπιν οδηγήθηκε σε σχετικό θάλαμο στη νήσο Blackwell.



Η Μπλάι συνειδητοποίησε γρήγορα πως οι ψυχικά ασθενείς γυναίκες ζούσαν μαζί με πολλές γυναίκες που ωστόσο ήταν ψυχικά υγιείς. Μερικές, μάλιστα, ήταν προσφύγισσες οι οποίες οδηγήθηκαν στο ψυχιατρείο με πρόφαση το νόμο και το γεγονός πως δεν γνώριζαν την εγχώρια γλώσσα έτσι ώστε να πείσουν το προσωπικό ότι είναι υγιείς ενώ άλλες απλά επειδή ήταν φτωχές και δίχως οικογενειακή υποστήριξη. Άλλες, πάλι, διαγνωσμένες με υστερία οδηγούνταν με τη σειρά τους εκεί, αν θεωρούνταν πως προσπαθούσαν να ανατρέψουν τις επικρατούσες πατριαρχικές έμφυλες σχέσεις. Καμία, όμως, από τις γυναίκες δεν είχε την ευκαιρία να αποδείξει την ψυχική της υγεία αντίθετα με τους ενόχους σε ένα δικαστήριο.


Η Μπλάι, το διάστημα παραμονής της, κατέγραψε την κακοποίηση και την αμέλεια που μεταξύ άλλων, συμπεριλάμβανε τη σωματική και ψυχολογική βία από τους φροντιστές, παγωμένα ντουζ ούσες γυμνές μπροστά από τις υπόλοιπες συγκρατούμενες, πολικές θερμοκρασίες, βρώμικους χώρους διαβίωσης, μπαγιάτικο φαγητό και μη πόσιμο νερό. Τα παράπονα των γυναικών ήταν μάταια αφού το ιατρικό προσωπικό πίστευε πως πρόκειται για φαντασιώσεις των αρρωστημένων εγκεφάλων τους κάτι που οδηγούσε σε βαρύτερες τιμωρίες και αναποτελεσματικές θεραπείες που επιδείνωναν το πρόβλημα. Οι ασθενείς ήταν αναγκασμένες να κάθονται σε παγκάκια για ώρες ενώ δεν τους επιτρεπόταν να μιλούν, να διαβάζουν ή να κάνουν το οτιδήποτε. κ.α. Το ψυχιατρείο, φιλοξενούσε περισσότερους ασθενείς από όσους που μπορούσε να δεχτεί, ενώ το προσωπικό του ήταν ελάχιστο και συχνά ακατάλληλα εκπαιδευμένο αφού προσανατολιζόταν στη βία ως θεραπεία και λύση. Μετά από 10 μέρες η εφημερίδα κανόνισε την απελευθέρωσή της. Η Μπλάι εξέδωσε σε δύο άρθρα τα ευρήματά της τον Οκτώβριο του 1887, σοκάροντας το κοινό και οδηγώντας σε εισαγγελικές έρευνες.

Η όλη εμπειρία της συμπεριλήφθηκε στο χρονογράφημα της «10 Μέρες στο Τρελοκομείο» (1887) κάτι που οδήγησε σε νοσοκομειακές και ψυχιατρικές μεταρρυθμίσεις στις ΗΠΑ, οικονομική ενίσχυση για τη φροντίδα των ψυχικά ασθενών και καθιέρωσε το ρόλο της ως ερευνήτριας δημοσιογράφου στην εφημερίδα. Αργότερα πάλι, αποκάλυψε την κακοποίηση γυναικών από αστυνομικές αρχές, ταυτοποίησε μία εταιρία προσλήψεων που εκμεταλλευόταν μετανάστες, και εξέθεσε διεφθαρμένους πολιτικούς.


Ακτιβίστριες όπως η Ελίζαμπεθ—γνωστές και ως σκανδαλοθήρες—υπήρξαν οι κινητήριες δυνάμεις των μεταρρυθμίσεων της εποχής που έφεραν στο επίκεντρο τις ανισότητες και κινητοποίησαν τον κόσμο να αναλάβει δράση.


Κάτι επίσης αξιοθαύμαστο που κατάφερε να κάνει η Μπλάι, ήταν ο περίπλους της Γης σε 72 μέρες, 8 λιγότερες από τον φανταστικό χαρακτήρα του Ιούλιου Βερν, Φιλέα Φογκ από τον οποίο εμπνεύστηκε τον άθλο θέλοντας να τον καταρρίψει αλλά και να αποδείξει πως και οι γυναίκες μπορούν να ταξιδέψουν εξίσου καλά με τους άνδρες. Ταξιδεύοντας μόνο με ένα φόρεμα, μια κάπα και μία μικρή ταξιδιωτική τσάντα έθιξε τη στερεοτυπική άποψη του ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να ταξιδέψουν χωρίς πολλές αποσκευές, ρούχα, αλλαξιές, και άλλα ματαιόδοξα αντικείμενα. Με την επιστροφή της στην Αμερική έγινε διάσημη και ακολουθήσε περιοδεία της σε ολόκληρη την Αμερική έτσι ώστε να αφηγηθεί τις εμπειρίες της, κάτι που αποτυπώθηκε και στο βιβλίο της «Ο Γύρος του Κόσμου σε 72 Μέρες».


Εκτός της δημοσιογραφίας, βέβαια, το ενδιαφέρον της για τη λογοτεχνία την οδήγησε στη συγγραφή του μοναδικού της μυθιστορήματος «Το Μυστήριο του Σέντραλ Παρκ» (1889).

Το 1895, στα 30 της πλέον, παντρεύτηκε τον 72χρονο εκατομμυριούχο Ρόμπερτ Λίβινγκστον Σίμεν και ιδιοκτήτη μεγάλων εταιριών. Μετά το θάνατό του το 1904 άφησε για μία τουλάχιστον 10ετία την αγάπη της για τη δημοσιογραφία για να διευθύνει την τεράστια πετρελαϊκή του εταιρία κάτι που έκανε με επιτυχία αφού μάλιστα εφηύρε δύο πατέντες σχετικά με την παραγωγή πετρελαίου που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα.


Ειδικότερα, το 1902 προμοτάρει -έναν στοιβαζόμενο σκουπιδοντενεκέ για βιομηχανική χρήση. Και το 1905 τα γνωστά σήμερα ατσάλινα βαρέλια για τη μεταφορά και αποθήκευση υγρών (αντί των ξύλινων που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε). Την ίδια χρονιά, θα πατεντάρει ένα καινούριο είδος μεταλλικού δοχείου αποθήκευσης γάλακτος.


Το 1911, επιστρέφει ως ρεπόρτερ για λογαριασμό της New York Evening Journal καλύπτοντας σημαντικά εθνικά γεγονότα όπως, την παρέλαση Woman Suffrage το 1913 στην Ουάσινγκτον. Έκτοτε, αναφερόταν συχνά στα άρθρα της για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών υποστηρίζοντας πως οι γυναίκες είναι το ίδιο ικανές με τους άνδρες στα πάντα.

Κατά το 1914 και τα επόμενα τέσσερα χρόνια παραμονής της στην Αυστρία, έγινε η πρώτη πολεμική ανταποκρίτρια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του Ανατολικού Μετώπου. Με το πέρας του πολέμου, η ενασχόληση της με τη δημοσιογραφία συνεχίστηκε χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά τη στήλη της για να βοηθήσει τους ανθρώπους να βρουν δουλειά και σπίτι.


Τον Ιανουάριο του 1922 η Μπλάι πεθαίνει από πνευμονία στα 57 της στη Ν. Υόρκη αφήνοντας στις επόμενες γενιές μία σπουδαία και δυναμική φεμινιστική ματιά για την εξέλιξη και τις διεκδικήσεις του κινήματος τον 20ο αιώνα.



Πηγές| National Geographic, NYHistory, NPS, WomensHistory, Britannica, DangerousWomenProject, Wikipedia, Ducksters