Παγκόσμια Ημέρα Σεξεργατών/τριών




Η 2η Ιουνίου είναι αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα σεξεργατών και σεξεργατριών (και όχι ιερόδουλων!) και στα δικαιώματά τους. Στην Ελλάδα, το ζήτημα της σεξεργασίας για πολλούς δεν αποτελεί σοβαρό θέμα συζήτησης, καθώς αγνοούμε τα σημαντικά ποσοστά σεξεργατών/τριών που σημειώνονται στη χώρα μας. Σχεδόν κανείς δεν αναφέρεται στη σεξεργασία ούτε φυσικά και στα δικαιώματα των εργαζόμενων στο χώρο αυτό. Φυσικά η σιγή ιχθύος που τηρείται γύρω από το εν λόγω ζήτημα δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συμπτωματική. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η σεξεργασία -ακόμα και το 2021- αποτελεί ταμπού και γίνονται συντονισμένες προσπάθειες για την καταστολή και την ποινικοποίησή της, αντί για τη δημιουργία ενός πλαισίου για την ορθή λειτουργία της.


Καταρχάς, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε την έννοια της σεξουαλικής εργασίας: ως σεξεργασία νοείται η ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος του σεξ, παραδοσιακά και επίσημα από τα αναφερόμενα ως “εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα”. Το εν λόγω επάγγελμα εντάσσεται στα ελεύθερα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών. Το σεξ εννοείται με την ευρεία έννοια του όρου, δηλαδή μπορεί να περιλαμβάνει παιχνίδι υποταγής, ερωτικές υπηρεσίες ή απλώς escorting (δηλαδή, το άτομο αναλαμβάνει υπηρεσίες συνοδού με ή χωρίς ερωτικό περιεχόμενο. Ουσιαστικά, το άτομο που συνοδεύει -escort- προσφέρει το χρόνο του στους πελάτες, που μπορούν να τον αξιοποιήσουν ποικιλοτρόπως). Η πληρωμή σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά στη διάθεση του χρόνου, καθώς και στις οποιεσδήποτε υπηρεσίες προσφέρθηκαν.


Τέλος, είναι σημαντική η διάκριση μεταξύ sexworking και trafficking, καθώς ​το τελευταίο αποτελεί παράνομο δουλεμπόριο ανθρώπων με σκοπό την ακούσια διάθεση των σωμάτων τους προς σεξουαλική εκμετάλλευση και άλλες υπηρεσίες με αποτέλεσμα τον πλουτισμό των δουλεμπόρων τους.




Γνωρίζουμε όμως τι ακριβώς είναι η σεξεργασία και ποιες είναι οι ρίζες της;


Η σεξεργασία αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα επαγγέλματα στον κόσμο. Οι "εταίρες", όπως συνήθιζαν να τις αποκαλούν, ήταν το πρώτο είδος σεξεργάτριας που υπήρξε. Στις τότε πατριαρχικές και ανδροκρατούμενες κοινωνίες, οι εταίρες χρησιμοποιούνται από τους άνδρες στα Συμπόσια και τις μαζώξεις. Όπως είναι ευρέως γνωστό, στην Αρχαία Ελλάδα η θέση της γυναίκας ήταν εντελώς υποβαθμισμένη και ο ρόλος της στην οικογένεια αφορούσε ξεκάθαρα την αναπαραγωγή. Επίσης, γνωρίζουμε ότι πολύ συχνά άνδρες επιθυμούσαν την ερωτική συνεύρεση με άλλους άνδρες ή και νεαρούς μαθητές, και όχι τόσο με γυναίκες, καθώς τις θεωρούσαν κατώτερες. Αυτό όμως είναι μία άλλη συζήτηση.


Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, οι σεξεργάτριες της εποχής εκείνης ήταν ενεργά μέλη της κοινωνικής δομής, καθώς, μέσω της σεξεργασίας, είχαν πρόσβαση σε γιορτές και συμπόσια με σκοπό την ερωτική ψυχαγωγία των παρευρισκόμενων και όχι απλώς την ικανοποίηση μιας βιολογικής ανάγκης. Αυτή η δυνατότητα που δινόταν στις εταίρες -να παρευρίσκονται, δηλαδή, μαζί με άντρες στον ίδιο χώρο- τους πρόσφερε αυτόματα έναν πιο σημαντικό ρόλο σε σχέση με αυτό των συζύγων. Η συμμετοχή βέβαια στα Συμπόσια αυτά προϋπέθετε πνευματικότητα και σφαιρικές γνώσεις. Μέσω, λοιπόν, της σεξεργασίας, πολλές εταίρες κατόρθωναν όχι μόνο να αποκτήσουν πλούτο και κάποια άνεση στη ζωή τους, αλλά ταυτόχρονα μορφώνονταν, κάτι που ήταν εντελώς αφύσικο για την εν λόγω εποχή.



Αργότερα, η σεξεργασία εξακολουθούσε να ανθίζει με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις αστικές κοινωνίες, είτε με άδεια είτε παράνομα. Η εποχή που σημάδεψε περισσότερο τη σεξουαλική εργασία είναι η Βικτωριανή (1837-1901), κατά την οποία ήρθε στο προσκήνιο το ζήτημα της ηθικής και της υγείας γύρω από τη σεξεργασία. Στο Βικτωριανό δίκαιο θεμελιώνεται ο λόγος περί κοινής ηθικής, και βάση αυτού νομοθετούνται και τα δικαιώματα του πολίτη. Ως εκ τούτου, η σεξεργασία θεωρείται ότι αντίκειται στα χρηστά ήθη της εποχής και τυπικά εξοβελίζεται από τον κοινωνικό ιστό. Όμως, κάτι τέτοιο ήταν πρακτικά αδύνατο να εφαρμοστεί. Το επάγγελμα εξακολουθούσε να υπάρχει και να δρα υπογείως, μιας και απασχολούσε πάρα πολλούς ανθρώπους, που πάλευαν να βιοποριστούν σε εποχές δύσκολες


Φτάνοντας αισίως στον 19ο και 20ο αιώνα, το ζήτημα της δημόσιας υγείας επανέρχεται και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες που εγείρονται αναφορικά με τη σεξουαλική εργασία. Η ιατρική, με την ανακάλυψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, τα οποία ταυτίζονται με τη σεξουαλική εργασία, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Οι συντονισμένες προσπάθειες καταστολής του επαγγέλματος και οι υποχρεωτικοί ιατρικοί έλεγχοι στους εργαζόμενους και τις εργαζόμενους του κλάδου εντείνονται. Γύρω από τη συζήτηση αυτή έρχεται να προστεθεί και η μεγάλη ανησυχία για τους τρομακτικούς ρυθμούς με τους οποίους ανθίζει παγκοσμίως το εμπόριο λευκής σαρκός ή αλλιώς η "λευκή δουλεία". Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά φαινόμενα, τα οποία λανθασμένα τείνουν να συγχέονται.


Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν τελειώνει εκεί. Στα τέλη του 20ού αιώνα και στον απόηχο των διεκδικήσεων των δεκαετιών '60 και '70 για καλύτερες συνθήκες εργασίας, δίνεται επιτέλους φωνή στους/τις σεξεργάτες/σεξεργάτριες. Ο HIV-AIDS θερίζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και αποτελεί ισχυρό κίνητρο για τους εργαζόμενους στο χώρο του σεξ να ενώσουν τις δυνάμεις τους, απαιτώντας τη νομιμοποίηση της σεξεργασίας και κατ' επέκταση τη θεμελίωση του δικαιώματός τους σε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείας, το 1972, οι εργαζόμενοι στο χώρο αποκάλυψαν τα τρομακτικά ποσοστά απλήρωτης γυναικείας εργασίας σε οίκους ανοχής. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι την ίδια περίοδο (1970), η ιστορική οργάνωση COYOTE (Call Of Your Old Tired Ethics) έβαλε τον ακρογωνιαίο λίθο για έναν εμπεριστατωμένο sexwork ακτιβισμό.


Ποιες είναι οι πραγματικές συνθήκες εργασίας στο χώρο αυτό & ποιες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι σε αυτόν;


Για την κατηγορία αυτή των εργαζομένων και των συνθηκών υπό τις οποίες εργάζονται, διατηρείται μία επιλεκτική αλαλία. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Σαν να μην υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι στον εργασιακό ή στον κοινωνικό ιστό. Πέρα από τη θεσμική αδιαφορία ετών ολόκληρων σχετικά με τη σεξεργασία, το επάγγελμα χτυπήθηκε διπλά από την πανδημία. Από τη μία, οι εργαζόμενοι σε αυτό είναι αόρατοι στα μάτια της Πολιτείας και από την άλλη με την επέλαση του COVID, οι εργαζόμενοι/ες στο χώρο του σεξ έμειναν μετέωροι, απροστάτευτοι, χωρίς επίδομα λόγω παγώματος εργασίας και χωρίς τη δυνατότητα να βγουν έξω για να βγάλουν το ψωμί τους. Το παράδοξο με το συγκεκριμένο επάγγελμα είναι ότι, ενώ ο νόμος προβλέπει επίσημα την εν λόγω επαγγελματική απασχόληση, ουσιαστικά δεν τη συμπεριλαμβάνει. Το νομοθετικό περίγραμμα, έτσι όπως έχει οριστεί από το Νόμο 2734/99 είναι αναχρονιστικό και επιβάλλει τέτοιες προϋποθέσεις και προδιαγραφές, που εξωθεί τους/τις εργαζόμενους/ες στην παρανομία και την αβεβαιότητα.


Οι άνθρωποι πίσω από το επάγγελμα


Η Ραφαέλα Μουζακίτη είναι τρανς σεξεργάτρια. Εργάζεται τα τελευταία 30 χρόνια στη Συγγρού, για την Πολιτεία, ωστόσο, είναι ανύπαρκτη:


"Είμαστε αόρατοι. Δεν έχουμε καμία οικονομική βοήθεια. Είναι σαν να μην υπάρχουμε. Εγώ δουλεύω στο πεζοδρόμιο, 30 χρόνια περίπου. Δεν δέχονται όμως καν τη σεξεργασία ως εργασία. Οπότε δεν ασφαλίζομαι, με αποτέλεσμα να μην έχω ούτε συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ούτε τώρα ένα επίδομα".



Η Ήβη είναι 40 ετών και εργάζεται ως σεξεργάτρια τα τελευταία 10 χρόνια. Αναφέρει χαρακτηριστικά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε εν μέσω πανδημίας και το πώς κατάφερε να ανέβει αυτό τον Γολγοθά:


"Σαφώς θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη και για εμάς. Ο νόμος για τη σεξεργασία εκτός από αντιλειτουργικός είναι και κακοποιητικός. Το μεγαλύτερο ποσοστό των σεξεργατών που βρίσκεται σε δεινή θέση, είναι όσοι δουλεύουν μαύρα και παράνομα, επειδή εκπίπτουν του νόμου. Οι περισσότερες/οι είμαστε οι απ’ έξω. Προσπαθούσαμε και πριν την πανδημία να αλλάξει ο νόμος...Τα περισσότερα άτομα είναι στο πουθενά. Η επιβίωση τους εξαρτάται από το πόσο δουλεύουν...Δουλεύω μόνο για να πληρώνω τους λογαριασμούς μου και να τα βγάζω πέρα. Δεν είμαι ασφαλισμένη πουθενά, δεν έχω καν προνοιακό βιβλιάριο. Είμαι στον αέρα. Είμαι ένα ΑΜΚΑ..."



Μπορεί ο εγκλεισμός να τελείωσε, αλλά ο κίνδυνος μόλυνσης από COVID είναι ακόμα εδώ. Όμως, το ένστικτο και η ανάγκη επιβίωσης είναι ακόμα εδώ. "Θα βγω ή θα πεθάνω από την πείνα"...


"Υπάρχουν άτομα που δε σταμάτησαν να δουλεύουν και να εκτίθενται στον κίνδυνο, μη έχοντας που να μείνουν και καμία υποστήριξη. Νομίζω σιγά – σιγά πρέπει να βρω πάλι ρυθμό και να πάρω τα ρίσκα μου. Πρέπει να ζήσω..."


Το θεσμικό πλαίσιο και ο νόμος οφείλει να αλλάξει. Το χρωστάει στους ανθρώπους και στα δικαιώματά τους. Η Πολιτεία πρέπει να παραδεχτεί το λάθος της, πρέπει να εντάξει τα άτομα του χώρου στον κοινωνικό ιστό, προσφέροντάς τους ασφάλιση, ένσημα, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και μια αξιοπρεπή διαβίωση. Φορείς, όπως το Red Umbrella, στέκονται στο πλευρό των εργατών/τριών του σεξ και διεκδικούν ενωμένοι καλύτερους εργασιακούς όρους. Η πανδημία, πέρα από όλα τα άσχημα που έφερε στο πέρασμά της, κατέδειξε το πρόβλημα αυτό, φανέρωσε τις ελλείψεις και τις παραλείψεις εις βάρος αυτού του κλάδου και η Πολιτεία δεν μπορεί πλέον να στρουθοκαμηλίζει.



"Εμείς το λέμε χρόνια ότι αν είχαν νομιμοποιήσει τη σεξεργασία ως ελεύθερο επάγγελμα (με μπλοκάκι) τώρα θα είχαμε ένα επίδομα και θα πληρώναμε κι εμείς τις εισφορές μας. Εγώ δεν βγήκα εδώ να κάνω το κέφι μου. Βγήκα για να βγάλω λεφτά, άρα εργάζομαι. Το κράτος θέλει να είμαι παράνομη, δεν θέλει να είμαι νόμιμη. Αν ήθελε θα μπορούσε να είμαι νόμιμη και τώρα να είμαι σπίτι μου και ασφαλής".