Σύλβια Πλαθ - 2 Ποιήματα




-Λίφτινγκ Προσώπου-


Μου φέρνεις καλά νέα από την κλινική,

Ξετυλίγεις το μεταξένιο φουλάρι, αποκαλύπτοντας τα σφιχτά λευκά

Πανιά μούμιας, χαμογελώντας: Είμαι μια χαρά.

Όταν ήμουν εννιά, ένας αναισθησιολόγος ωχρά ντυμένος

Με τάισε αέριο μπανάνας μέσω μιας βατραχίσιας μάσκας.

Η εμετική κρύπτη

Γεμάτη από όνειρα εφιαλτικά και τις Ιοβιανές φωνές των χειρουργών.

Τότε η μητέρα αναδύθηκε στην επιφάνεια, κρατώντας μια μεταλλική λεκάνη.

Ω, υπήρξα άρρωστη.


Τα’ χουν αλλάξει όλα αυτά. Ταξιδεύοντας

Γυμνή σαν την Κλεοπάτρα στη ζόρικη νοσοκομειακή μου βάρδια,

Αφρίζοντας από ηρεμιστικά μα ασυνήθιστα εύθυμη

Κυλάω προς έναν προθάλαμο όπου ένας ευγενής άνδρας

Σμίγει τα δάχτυλά μου σε γροθιές για λογαριασμό μου. Με κάνει να νιώθω πως κάτι πολύτιμο

Στάζει από τους πόρους των δαχτύλων. Ένα, δύο,


Σκοτάδι, με αφάνισες σαν κιμωλία σε μαυροπίνακα...

Δεν ξέρω το παραμικρό.


Επί πέντε μέρες κείτομαι στα κρυφά,

Παγιδευμένη σαν βαρέλι, τα χρόνια στραγγίζονται στο μαξιλάρι μου.

Ακόμα και ο πιο κοντινός μου άνθρωπος νομίζει πως βρίσκομαι εδώ.

Η επιδερμίδα δεν έχει ρίζες, ξεφλουδίζει εύκολα σα χαρτί.

Όταν χαμογελώ πλατιά, τα ράμματα τεντώνονται. Μεγαλώνω αντίστροφα. Είμαι είκοσι,

Σκυθρωπή με φούστες μακριές στον καναπέ του πρώτου μου συζύγου, τα δάχτυλά μου

Θαμμένα στο προβατίσιο μαλλί του νεκρού κανίς.

Δεν είχα ακόμα γάτα.


Είναι πια καταδικασμένη, η κυρία με το προγούλι

Την παρακολούθησα να τακτοποιείται, γραμμή προς γραμμή, στον καθρέφτη μου-

Γερασμένη παλιόφατσα, σακουλιασμένη στο σώμα μπαλωμένου αυγού.

Την έχουν φυλακίσει σε κάποιο εργαστηριακό δοχείο.


Αφήστε την εκεί να πεθάνει, ή έστω να μαραζώσει ακατάπαυστα για τα επόμενα πενήντα χρόνια,

Να γνέφει, να λικνίζεται και να ψηλαφεί τα λεπτά μαλλιά της.

Μητέρα για τον εαυτό μου, ξυπνώ φασκιωμένη με γάζες,

Ροζ και απαλή σαν βρέφος.



-Η Λαίδη Λάζαρος-


Ξέρεις, δεν ήταν η πρώτη φορά.

Ανά δέκα, τη μια χρονιά

Τα καταφέρνω-


Κάποιου είδους θαύμα βαδίζον, η επιδερμίδα μου

Λαμπερή σαν Ναζιστικό αμπαζούρ,

Το δεξί μου πόδι


Πρες παπιέ,

Το πρόσωπό μου ένα άχρωμο, εξαίσιο

Εβραϊκό λινό.


Τράβα την πετσέτα

Ω εχθρέ μου.

Με τρέμεις;-


Τη μύτη, τις κόγχες των ματιών, ολάκερη την οδοντοστοιχία;


Η ξινή ανάσα

Σε μια μέρα θα έχει χαθεί.


Σύντομα, σύντομα η σάρκα

Που το σπήλαιο των μνημάτων καταβρόχθισε θα νιώσει

Οικεία πάνω μου


Και είμαι γυναίκα χαμογελαστή.

Και μόλις στα τριάντα.

Και σαν τη γάτα εννιά φορές μπορώ να πεθάνω.


Αυτή είναι η Νούμερο Τρία.

Τι βλακεία

Να αφανίζεις κάθε δεκαετία.


Μύρια τα νήματα.

Το πλήθος μασουλώντας φιστίκια

Σπρώχνεται για να τους δει


Να με ξετυλίγουν χειροπόδαρα-

Το μεγάλο στριπτίζ.

Κυρίες και κύριοι,


Τούτα είναι τα χέρια μου

Τούτα τα γόνατά μου.

Μπορεί να’ μαι πετσί και κόκκαλο,


Μα, είμαι η ίδια και απαράλλαχτη γυναίκα.

Την πρώτη φορά που συνέβη ήμουν δέκα.

Ήταν ατύχημα.


Τη δεύτερη φορά είχα την πρόθεση

Να το συνεχίσω, να μην επιστρέψω καθόλου.

Λικνιζόμουν σφαλιστή


Σαν όστρακο.

Έπρεπε να με φωνάξουν ξανά και ξανά

Και να τραβήξουν από πάνω μου τα σκουλήκια σαν βδελλώδη μαργαριτάρια.


Είναι μια τέχνη, όπως κι όλα τ’ άλλα,

Το να ξεψυχάς.

Το κάνω εξαιρετικά καλά.


Το κάνω έτσι που να θυμίζει κόλαση.

Το κάνω έτσι που να μοιάζει πραγματικό.

Υποθέτω πως θα μπορούσες να πεις ότι έχω μια κάποια κλίση.


Δεν είναι δύσκολο να το κάνεις σε ένα κελί.

Δεν είναι δύσκολο να το κάνεις και να μείνεις σε ακινησία.

Είναι η θεατρινίστικη


Επιστροφή μέρα μεσημέρι

Στο ίδιο μέρος, στο ίδιο πρόσωπο, στο ίδιο κτήνος

Κραυγή ευχαρίστησης:


«Ένα θαύμα!»

Που με αφήνει άναυδη.

Υπάρχει, βέβαια, χρέωση


Για να δεις τις ουλές μου, υπάρχει χρέωση

Για να αφουγκραστείς την καρδιά μου-

Στ’ αλήθεια υπάρχει.


Και υπάρχει χρέωση, πολύ υψηλή χρέωση

Για μια κουβέντα ή ένα άγγιγμα

Ή λίγο αίμα


Ή για ένα κομμάτι των μαλλιών ή των ρούχων μου.


Έτσι, έτσι, Χερ [1]Ιατρέ.

Έτσι, Χερ Εχθρέ.


Είμαι το μεγαλούργημά σου,

Είμαι το πολύτιμό σου,

Το βρέφος από ατόφιο χρυσάφι


Που λιώνει σε μια στριγγλιά.

Γυρνώ και καίγομαι.

Μην νομίζεις πως αγνοώ τη μεγάλη σου έγνοια.


Στάχτη, στάχτη-

Σκουντάς και αναμειγνύεις.

Σάρκα, οστά, και τίποτα να μην υπάρχει εκεί—


Μια τούρτα από σαπούνι,

Μια βέρα,

Μια γέμιση από χρυσό.


Χερ Θεέ, Χερ Λούσιφερ

Πρόσεχε

Πρόσεχε


Από τις στάχτες

Ανασταίνομαι με τα πορφυρά μου μαλλιά

Και τους άνδρες κάνω μια χαψιά.


[1]Herr: γερμανικός τίτλος προσφώνησης, ισοδύναμο του ελληνικού «κύριος», και του αγγλικού “mister”

26 προβολές0 σχόλια