8η Απριλίου: Παγκόσμια Ημέρα Ρομά





Η AUThors γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Ρομά, μεταφράζοντας την Ποίηση της σημαντικής Ρομά ποιήτριας Παπούσα* Μπρονισλάβα Βάις.



H Παπούσα Μπρονισλάβα Βάις (Papusza Bronislawa Wajs, 1908-1987) υπήρξε Ρομά ποιήτρια με καταγωγή από την Πολωνία.


Όντας από τις πρώτες γυναίκες που κατόρθωσαν να δημοσιεύσουν το έργο τους, θεωρείται σήμερα η Μητέρα της Τσιγγάνικης Ποίησης.


Μεγάλο μέρος του έργου της -μεταξύ των οποίων και το ποίημα «Ματωμένα Δάκρυα»- έχει ως σημείο αναφοράς το Ολοκαύτωμα του οποίου υπήρξε επιζήσασα.



Παρόλο που η οικογένεια και η κοινότητά της το αποδοκίμαζαν έντονα, εκείνη επέμεινε με τη βοήθεια των εγγράμματων gadjé (γκατζέ, μη Ρομά, ξένος) γειτόνων της, να μάθει να διαβάζει.


Ο ποιητής και συγγραφέας Τζέρι Φικόβσκι την ανακάλυψε το 1949 όταν την άκουσε να τραγουδά με τη συνοδεία του βιολιστή άνδρα της τα δικά της τραγούδια και την ενθάρρυνε να τα καταγράψει. Το έργο της, γρήγορα, συσχετίστηκε με το πολιτικό κίνημα της γκετοποίησης των Ρομά.


Το ρήγμα εμπιστοσύνης που άνοιξε, κατόπιν δημοσίευσης του έργου της, μεταξύ εκείνης και της κοινότητάς της, την κατέστησε marime (μολυσμένη) στους κόλπους της κοινότητας με αποτέλεσμα να διωχθεί. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής μόνη πεθαίνοντας, τελικά, το 1987 ατιμωμένη. Παρότι μόνο 31 ποιήματά της έχουν σωθεί, θεωρείται μία από τις εξέχουσες φιγούρες της Τσιγγάνικης Λογοτεχνίας.


*το όνομα Παπούσα σημαίνει, κυριολεκτικά, "παιδική κούκλα"


Μπορείτε να διαβάσετε το ποίημά της παρακάτω:


-Ματωμένα Δάκρυα-


Μέσα στο δάσος. Δίχως νερό, δίχως φωτιά – η πείνα μαύρη.

Πού να κοιμίσεις τα παιδιά; Δίχως σκηνή.

Τα βράδια δεν ανάβαμε φωτιά.

Μη μας προδώσει ο καπνός το ξημέρωμα.

Αντέχεις να βλέπεις τα παιδιά στα δόντια του χειμώνα;

Είναι όλα τους ξυπόλυτα…

Όταν θέλαν να μας σκοτώσουν,

πρώτα μας ρίχναν σε σκληρή δουλειά.

Ένας Γερμανός πέρασε να μας δει.

- Άσχημα είναι τα νέα για σας.

Θέλουν να σας σκοτώσουν απόψε.

Μην το μαρτυρήσετε πουθενά.

Είμαι και γω σκουρόχρωμος τσιγγάνος,

της ίδιας φάρας - γνήσιος.

Ο Θεός να σας προσέχει

στο μαύρο δάσος…

Λέγοντας αυτά,

μας αγκάλιασε…


Δυο-τρεις μέρες δίχως μπουκιά.

Πάνε για ύπνο πεινασμένα.

Άυπνα,

κοιτάνε τα αστέρια…

Θεέ, τι όμορφη που είναι η ζωή!

Μα οι Γερμανοί δεν θα μας αφήσουν…


Α, μικρό μου αστέρι!

Πληθαίνεις το ξημέρωμα!

Τύφλωσέ τους Γερμανούς!

Χλώμιασέ τους,

παραπλάνησέ τους,

Έτσι που τα παιδιά μας και κείνα τον Εβραίων να ζήσουν!


Όταν φωλιάζουν οι βαριοί χειμώνες,

τι θ'απογίνει η Τσιγγάνα με το μικρό παιδί;

Με τι να το ντύσει;

Όλα γίνονται κουρέλια.

Και ψάχνει κανείς να πεθάνει.

Μονάχα ο ουρανός όμως ξέρει,

μόνο το ποτάμι ακούει το θρήνο μας.

Ποιανού τα μάτια μας πίστεψαν για εχθρούς;

Ποιανού το στόμα μας καταριέται;

Μην τους ακούς, Θεέ.

Πίστεψέ μας!

Φύσηξε κρύο το βράδυ,

Οι γριές τσιγγάνες τραγούδησαν

Ένα τσιγγάνικο παραμύθι:

Χρυσός θα ναι ο χειμώνας,

χιόνι, σαν μικρά αστέρια,

θα καλύψει τη γη, τα χέρια.

Τα μαύρα μάτια θα παγώσουν,

οι καρδιές θα πεθάνουν.


Τόσο ήταν το χιόνι που έπεσε,

που κάλυψε το δρόμο.

Μόνο ο Γαλαξίας αχνοφαινόταν στα ουράνια.


Μια τέτοια πολική νύχτα

μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά πεθαίνει,

τέσσερις μέρες μετά

οι μάνες θάβουν

τέσσερα παλικαράκια στο χιόνι.

Ήλιε μου, δίχως σού,

κοίτα πώς η μικρή Τσιγγάνα πεθαίνει απ’ το κρύο

στο έρεβος του δάσους.


Παλιά, στο σπίτι, το φεγγάρι καθισμένο στο παράθυρο

δεν μ ’άφηνε να κοιμηθώ. Κάποιος, τότε, κοίταξε μέσα.

Ρώτησα — ποιος είναι εκεί;

— Άνοιξε την πόρτα, σκουρόχρωμη Τσιγγάνα μου.

Είδα μια όμορφη εβραιοπούλα,

να τουρτουρίζει από το κρύο,

ζητιανεύοντας για φαγητό.

Καημένο μου, μικρό μου.

Της έδωσα ψωμί, ό,τι είχα, μια φορεσιά.

Ξεχάσαμε κι οι δυο μας πως λίγο πιο πέρα

καρτερούσε ο φύλακας.

Όμως δεν πέρασε εκείνο το βράδυ.


Όλα τα πουλιά προσεύχονται για τα παιδιά μας,

οι μοχθηροί, οι οχιές, να μην τα φάνε.

Ω, μοίρα!

Άμοιρή μου μοίρα!


Φύλλωσε το χιόνι σαν τα φύλλα,

κι έφραξε το δρόμο,

τόσο παχύ ήταν που έθαψε τους τροχούς.

Κάποιος σκάλιζε με τα πόδια το δρόμο,

σπρώχνοντας το κάρο πίσω από τα άλογα.


Πόσα βάσανα και πόσοι λιμοί!

Πόση θλίψη και πόσοι δρόμοι!

Πόσες πέτρες μας τρυπήσαν τα πόδια! Πόσες σφαίρες περάσαν ξυστά!


Πηγές| Vida: Women in Literary Arts, The Hyper Texts, Alchetron

11 προβολές0 σχόλια